nadiasalteri@gmail.com nikolasalteris@gmail.com
Τηλ. Νάξος: 22850 23107 Τηλ. Αθήνα: 2108144561
ΚΙΝ. 6930392133 ΚΙΝ. 6949615499

ΝΑΞΟΣ: ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ ΕΝΑΝΤΙ ΔΟΥ ΝΑΞΟΥ, ΤΚ. 84300
ΑΘΗΝΑ: Μπακογιάννη 8Α, 14565, Αγ. Στέφανος

Menu

Αξιόγραφα

Αξιόγραφα

Αναλυτικότερα, τα αξιόγραφα είναι κινητές αξίες, έγγραφα δηλαδή καθημερινής συναλλαγής, τα οποία ενσωματώνουν ένα ιδιωτικό δικαίωμα, το οποίο ασκείται και μεταβιβάζεται μόνο με τη νόμιμη κατοχή του εγγράφου αυτού. Τα αξιόγραφα εν γένει ενσωματώνουν δύο δικαιώματα: ένα εμπράγματο δικαίωμα επί του εγγράφου και ένα ενοχικό δικαίωμα επί του εγγράφου.

Η σημασία των αξιογράφων στη σύγχρονη οικονομική ζωή είναι ιδιαιτέρως σημαντική, κυρίως μετά τη ραγδαία ανάπτυξη της κεφαλαιαγοράς. Η κύρια χρήση των αξιογράφων στις σύγχρονες συναλλαγές είναι ως χρηματογράφων, δηλαδή ως μέσων πληρωμής και πιστώσεως, τα δε δημοφιλέστερα αξιόγραφα είναι η επιταγή και η συναλλαγματική.

Το μεγαλύτερο προτέρημα των αξιογράφων είναι η μεταβίβαση της κυριότητας πραγμάτων, ανεξαρτήτως τόπου και κυρίως χωρίς την διακίνηση πραγματικού χρήματος. Ωστόσο το γεγονός της άρρηκτης σύνδεσης δικαιώματος και τίτλου με τέτοιο τρόπο, ώστε η μεταβίβαση του εγγράφου να συνεπάγεται και μεταβίβαση του ενσωματωμένου σ’ αυτού δικαιώματος, δημιουργεί σημαντικό θέμα στην περίπτωση απώλειας ή καταστροφής του εγγράφου, ειδικότερα για την ενάσκηση του συγκεκριμένου δικαιώματος που εγχαρτούται στον τίτλο του αξιογράφου. Ο Αστικός Κώδικας είναι σ’ αυτήν την περίπτωση σαφής και ορίζει στο άρθρο 895ΑΚ: «Σε περίπτωση κλοπής, απώλειας ή καταστροφής του ανώνυμου χρεογράφου, ο μέχρι τότε κομιστής του μπορεί, εφόσον δεν ορίζεται σ’ αυτό το αντίθετο, να κηρύξει με τη διαδικασία που ορίζει ο νόμος, τον τίτλο ανίσχυρο ή να απαγορεύσει στον οφειλέτη να πληρώσει σ’ εκείνον που τον παρουσιάζει». Πρόκειται για τη διαδικασία κήρυξης ενός αξιογράφου ως ανίσχυρου. Το δε άρθρο 896 ΑΚ ορίζει ότι: «Εκείνος που προκάλεσε την κήρυξη του χρεογράφου ως ανίσχυρου, εκτός από το δικαίωμα να ασκήσει την αξίωσή του δυνάμει του χρεογράφου, έχει και το δικαίωμα να απαιτήσει από τον οφειλέτη να εκδώσει νέο τίτλο. Η δαπάνη βαρύνει εκείνον που το ζητά».

Ακάλυπτη επιταγή

Τα πρόσωπα που εμπλέκονται σε μία επιταγή είναι κυρίως τρία: ο εκδότης της, δηλαδή αυτός που την εκδίδει και δίνει εντολή πληρωμής προς την τράπεζα, ο οποίος ευθύνεται για την πληρωμή της, χωρίς μάλιστα να έχει δυνατότητα απαλλαγής από την ευθύνη του, ο πληρωτής, δηλαδή αυτός προς τον οποίο απευθύνεται η εντολή πληρωμής που είναι κατά κανόνα η τράπεζα, και ο λήπτης, δηλαδή αυτός υπέρ του οποίου εκδίδεται η επιταγή, που ενδέχεται να μην κατονομάζεται στον τίτλο.

Η επιταγή είναι εκ φύσεως μέσο πληρωμής και όχι μέσο πιστώσεως όπως η συναλλαγματική. Δηλαδή ο εκδότης της ο οποίος έχει λογαριασμό σε μία τράπεζα και οφείλει ένα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό σε τρίτο πρόσωπο, επιλέγει αντί να εξοφλήσει την οφειλή του σε μετρητά, να εκδώσει και να εγχειρίσει σ’ αυτό μία επιταγή, η οποία θα περιέχει εντολή πληρωμής προς την τράπεζά του, η οποία στη συνέχεια θα πραγματοποιήσει την πληρωμή χρεώνοντας τον λογαριασμό του. Αντίστοιχα και ο τρίτος αντί να πληρώσει την οφειλή του σε μετρητά στον οφειλέτη του, επιλέγει να του μεταβιβάσει την επιταγή με οπισθογράφηση.

Για την έκδοση επιταγής απαιτείται κατ’ αρχήν η ύπαρξη κεφαλαίων κατατεθειμένων σε μία τράπεζα ή το άνοιγμα πιστώσεως. Επιπλέον απαιτείται μία σύμβαση επιταγής, με την οποία η τράπεζα αναλαμβάνει την υποχρέωση να πληρώνει τις επιταγές που εκδίδει ο αντισυμβαλλόμενος πελάτης της χρεώνοντας τον λογαριασμό του. Επιπλέον απαιτούνται έξι (6) τυπικά στοιχεία για να είναι έγκυρη η τραπεζική επιταγή και δη:

1.η ονομασία «επιταγή»,

2. η απλή και καθαρή εντολή πληρωμής ορισμένου ποσού,

3. το όνομα του πληρωτή, δηλαδή το όνομα της τράπεζας που πρέπει να πληρώσει το χρηματικό ποσό χρεώνοντας τον λογαριασμό του εκδότη της επιταγής,

4. ο τόπος πληρωμής της επιταγής, ο οποίος σε περίπτωση που λείπει, δεν καθιστά αυτομάτως άκυρη τη συναλλαγματική αλλά αναπληρώνεται από τον τόπο που τυχόν σημειώνεται δίπλα από το όνομα του πληρωτή (τράπεζας), διαφορετικά αναπληρώνεται από τον τόπο έκδοσης της επιταγής. Αν αντίστοιχα δεν υπάρχει κανένας έτερος σημειούμενος τόπος, η επιταγή θεωρείται άκυρη.

5. η χρονολογία και ο τόπος έκδοσης της επιταγής: αναφορικά με τον τόπο έκδοσης, εάν αυτός λείπει, αναπληρώνεται από τον τόπο (κατοικίας) που σημειώνεται δίπλα από το όνομα του εκδότη και εάν αντίστοιχα λείπει και η ένδειξη αυτή, τότε η επιταγή είναι άκυρη. Αντίστοιχα εάν δε σημειώνεται η χρονολογία έκδοσης της επιταγής, η επιταγή είναι άκυρη.

6. η υπογραφή του εκδότη.

Ακάλυπτη είναι η επιταγή που δεν πληρώθηκε επειδή δεν υπάρχουν ίδια διαθέσιμα κεφάλαια του εκδότη στην τράπεζα. Η έκδοση ακάλυπτης επιταγής δημιουργεί αστική και ποινική ευθύνη σε βάρος του εκδότη.

Απλήρωτη συναλλαγματική

Αυτός που δίνει εντολή πληρωμής και εκδίδει τη συναλλαγματική καλείται εκδότης, ενώ αυτός προς τον οποίο θα γίνει η πληρωμή καλείται λήπτης και είναι ουσιαστικά ο δικαιούχος της συναλλαγματικής. Κύριος οφειλέτης της συναλλαγματικής είναι ο αποδέκτης πληρωτής της, είναι δηλαδή το πρόσωπο που έδωσε τη δήλωση βούλησής του με την αποδοχή της συναλλαγματικής. Τότε καλείται αποδέκτης και καθίσταται ο κύριος οφειλέτης. Ωστόσο απέναντι στον κομιστή του αξιογράφου δεν ευθύνεται μόνο ο αποδέκτης αλλά επικουρικά και ο εκδότης καθώς και οι λοιποί οπισθογράφοι και οι τριτεγγυητές.

Για να είναι έγκυρη μία συναλλαγματική απαιτείται συγκεκριμένος τύπος και ειδικότερα οκτώ (8) τυπικά στοιχεία, τα οποία είναι τα κάτωθι:

1.Η ονομασία «συναλλαγματική», η οποία ρητά πρέπει να αναφέρεται στο κείμενό της, η οποία καθορίζει το είδος του αξιογράφου καθώς καθορίζει την ευθύνη αυτού που θα την αποδεχτεί.

2. Η απλή και καθαρή εντολή πληρωμής, η οποία εκφράζεται με φράσεις του τύπου «πληρώσατε», «καταβάλετε» ή άλλες παρόμοιες και δεν εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία.

3. Το όνομα του πληρωτή, δηλαδή εκείνου που οφείλει να πληρώσει. Μπορεί να αναφέρονται περισσότεροι πληρωτές, ωστόσο τα ονόματά τους πρέπει να αναφέρονται αθροιστικός και όχι διαζευκτικός, διότι σ’ αυτήν την περίπτωση η συναλλαγματική είναι άκυρη.

4. Το όνομα του λήπτη της συναλλαγματικής, δηλαδή του προσώπου στον οποίο θα γίνει η πληρωμή ή εις διαταγή του οποίου θα γίνει η πληρωμή. Συνήθως δίπλα από το όνομα του λήπτη της συναλλαγματικής σημειώνεται η ένδειξη «εις διαταγή», ωστόσο η προσθήκη αυτή δεν είναι απαραίτητη. Στην πράξη, ο λήπτης της συναλλαγματικής συμπίπτει με τον εκδότη της. Σ’ αυτήν την περίπτωση στη συναλλαγματική σημειώνεται η ένδειξη «σε διαταγή εμού του ιδίου» ή «εις εμέ τον ίδιο».

5. Ο χρόνος λήξεως της συναλλαγματικής, ο οποίος πρέπει να καλύπτεται από την υπογραφή. Η αναγραφή του χρόνου λήξεως έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς έτσι καθορίζεται ο χρόνος εμφάνισης προς πληρωμή της συναλλαγματικής. Σε περίπτωση που ελλείπει το στοιχείο του χρόνου λήξεως/ πληρωμής της συναλλαγματικής, η συναλλαγματική δεν παύει να έχει κύρος. Σ’ αυτήν την περίπτωση απλά η συναλλαγματική θεωρείται ως συναλλαγματική όψεως, δηλαδή ως πληρωτέα άμα τη εμφανίσει.

6. Ο τόπος πληρωμής, η αναγραφή του οποίου είναι ιδιαίτερα κρίσιμη, καθ’ ότι καθορίζει τον τόπο εμφάνισης της συναλλαγματικής προς πληρωμή από τον κομιστή. Σε περίπτωση που ελλείπει ο τόπος πληρωμής της συναλλαγματικής, πάλι η συναλλαγματική δεν θεωρείται άκυρη, αφού ως τόπος πληρωμής θεωρείται σ’ αυτήν την περίπτωση ως τόπος πληρωμής θεωρείται ο τόπος που σημειώνεται δίπλα από το όνομα του πληρωτή, ο οποίος θεωρείται και ως τόπος πληρωμής και ως τόπος κατοικίας του πληρωτή. Αν ο τελευταίος τόπος πληρωμής ελλείπει, σ’ αυτήν την περίπτωση η συναλλαγματική θεωρείται άκυρη.

7. Η σημείωση της χρονολογίας έκδοσης και του τόπου έκδοσης της συναλλαγματικής. Συνήθως οι δύο αυτές πληροφορίες αναγράφονται κάτω από το όνομα του εκδότη. Εάν ελλείπει ο χρόνος έκδοσης της συναλλαγματικής, η συναλλαγματική είναι άκυρη. Εάν ωστόσο ελλείπει ο τόπος έκδοσής της, αναπληρώνεται από τον τόπο που σημειώνεται δίπλα από το όνομα του εκδότη, ο οποίος παράλληλα συνιστά και τόπο κατοικίας του. Σε περίπτωση ωστόσο που ελλείπει και αυτός, η συναλλαγματική είναι άκυρη.

8. Η χειρόγραφη υπογραφή του εκδότη, η οποία προσδιορίζει τη δήλωση βούλησης του εκδότη και καθιστά τη συναλλαγματική ιδιωτικό έγγραφο. Σε περίπτωση δε εταιρείας, δεν αρκεί η υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας, αλλά απαιτείται περαιτέρω και σχετική σφραγίδα με την επωνυμία της.

 

Σε περίπτωση που ελλείπει κάποιο ή όλα από τα ως άνω τυπικά στοιχεία της συναλλαγματικής, το οποίο ή τα οποία πρόκειται να συμπληρωθούν μεταγενέστερα ανάλογα με τη συμφωνία των μερών, τότε μιλάμε για λευκή συναλλαγματική. Η έλλειψη τυπικών στοιχείων μπορεί να φθάνει μέχρι του σημείο η συναλλαγαμτική να περιέχει μόνο μία υπογραφή, του εκδότη ή του αποδέκτη. Η ηθελημένα ατελής συναλλαγματική εκδίδεται για παράδειγμα όταν δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένο το ύψος της απαίτησης ή όταν δίδεται πίστωση, κλπ.

Τα αποτελέσματα της έκδοσης λευκής συναλλαγματικής διαφοροποιούνται ανάλογα με το εάν η συμπλήρωσή της γίνεται ακολούθως με τη συμφωνία των μερών ή κατά παράβασή της. Στην πρώτη περίπτωση με την συμπλήρωσή της η συναλλαγματική καθίσταται τέλεια και αντιμετωπίζεται σαν μία συναλλαγματική η οποία είχε συμπληρωθεί εξ αρχής με όλα τα τυπικά της στοιχεία. Σε περίπτωση όμως αντισυμβατικής συμπλήρωσης της συναλλαγματικής (είτε λ.χ. ως προς τον χρόνο λήξης της είτε ως προς το ποσό), η λευκή συναλλαγματική δεν αντιτάσσεται κατά του κομιστή της, παρά μόνον εάν αυτός απέκτησε τη συναλλαγματική κακή τη πίστη ή κατά βαρύ πταίσμα. Σ’ αυτήν την περίπτωση ο αποδέκτης της συναλλαγματικής ευθύνεται μόνο στα πλαίσια της συμφωνίας, έχοντας το δικαίωμα να αποκρούσει την εκπλήρωση της υποχρέωσης κατά το μέτρο που αυτή υπερβαίνει την αρχική συμφωνία.

Επικοινωνήστε μαζί μας

Άρτια και αποτελεσματική νομική κάλυψη.